asas

Ιστορια

Ιστορικές αναφορές για το χωριό μας

Αετολοφος Αγιας Λάρισας 27 Ιουνίου 2007 Ακριβή αντιγραφή από το πρωτότυπο  με ελάχιστες επεξηγήσεις εντος παρενθέσεως από τον συγγραφέα του πρωτότυπου

Δεσιανη 2 Μαΐου 1952 ΣΤ Δημοτικού. Όπως τα διηγείτο ο Κωνσταντίνος Μυλωνάς και ο Γιώργος Σακελαρίου,

βόσκοντας τα ζώα στο λιβάδι (αλώνια) στην Κερμελοστρατα ( ο δρυμός που πάει στο χωριό Πρινια – Κιρμιλι

Όταν έφυγε ο Βελη Πασάς απ το χωριό μας ο ευλογημένος τούτος τόπος έπεσε στα χέρια του Σατράπη… Στέφανου Φωτιάδη Όλη η περιοχή της Δεσιανης (Αετολόφου), Τσικήρι, Γρουβιανη και το Βαθυρεμα διαφεντεύονταν από την παρουσία του. Στο χωριό μας ήταν δεν ήταν 30 οικογένειες φτωχές που κατοικούσαν σε σπίτια αχούρια από την κατοχή του Βελη Πασά.

Όλοι αυτοί έγιναν κολιγαδες του τσιφλικά Στέφανου Φωτιάδη. Καλλιεργούσαν τη γη με πρωτόγονα μέσα με κόπο, μόχθο και αίμα πολλές φορές ισα ισα για ένα κομμάτι ψωμί. Ο αφέντης ζούσε με τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά  σε ένα παλατάκι 22 δωματίων που τα τείχη σώζονται μέχρι και σήμερα. Εξοπλισμένο με σύγχρονα μέσα για την εποχής εκείνη με την επιμέλεια Γάλλων τεχνικών. Ο Στέφανος Φωτιάδης είχε δικό του διοικητικό μηχανισμό με αστυνομία αγροφυλακή, δάσκαλους για τα παιδία του δυο γιατρούς ένα δικηγόρο συμβολαιογράφο και το απαραίτητο υπηρετικό προσωπικό. Ήταν πολύ φιλάργυρος, άδικος αδίστακτος και σκληρός. Η γυναίκα του η κυρία Πηνελόπη ήταν ακριβώς το αντίθετο. Μια καλή φιλεύσπλαχνη  και απλή γυναίκα που λυπόταν τη φτώχεια και προπαντός τα μικρά παιδιά.

Το πάνω χέρι είχε όμως ο Αφέντης Φωτιάδης Η καταγωγή του ήταν από τη Χίο γόνος πλούσιας οικογένειας Ο πατέρας του μεγάλος έμπορος λαδιού και σταφίδας που έκανε εξαγωγή σε Αγγλία και Γαλλία.  Ήταν Σεπτέμβριος του 1898.Τα πρώτα πρωτοβρόχια έπεφταν, όλοι οι κολιγάδες έτοιμοι γιατί σε λίγο καιρό θα άρχιζε η σπορά. Ο Χαλκιάς (σιδεράς) άρχισε να περνάει στα ξυλάλετρα τις σιδερένιες προσθήκες και οι ζευγάδες κόβανε από παλιούρια ζεύγλες και αλείφανε με κατράμι τις ρόδες από τους δίτροχους αρακιπάδες για να μην τρίζουνε. Μέσα σε αυτούς τους κολίγους ήταν και ο χωριανός μας  Γιώργος Πατέλης ,Γιωργή τον φώναζαν όλοι μέσα στο τσιφλίκι, είχε ακόμα έναν αδερφό τον Νασο .Ο Γιωργής Πατέλης, ένας μετρίου αναστήματος άνδρας με φαρδιές πλάτες, με ροζιασμένα χέρια και στα μπράτσα του φαινόταν οι φλέβες που ξεχώριζαν σαν να ήταν χοντρά σύρματα ,πρόσωπο ρόδινο, ξανθά ατίθασα μαλλιά και στο φαρδύ πρόσωπό του φαινόταν οι κακουχίες. Άνδρας πολύ φτωχής οικογένειας, ο πατέρας του ψαθοποιός ήταν καλός τεχνίτης να φτιάχνει ψάθες από βούρλα και ραγάζι (ψαθιά) για να θρέψει την οικογένειά του, ένας άνθρωπος φιλήσυχος και συμβατικός καθώς και το παιδί του ο Νάσος. Ο Γιωργής Πατέλης, λες και δεν το γέννησε αυτός άνδρας δυναμικός, έξυπνος, δραστήριος, ειλικρινής αλλά πολύ οξύθυμος. Ήταν πολύ εργατικός και το μυαλό του έπαιρνε στροφές το αντιλήφθηκε αυτό ο επιστάτης του Φωτιάδη: ο Σωτήρης Μορφίδης και το ανέφερε στον Φωτιάδη.Τον κάλεσαν στο κονάκι και το αφεντικό τον ρώτησε αν ξέρει γράμματα και που τα έμαθε. Εκείνος θαρραλέος όπως ήταν του απάντησε:<< Αν ήξερα γράμματα θα ήμουν καλαμαράς και όχι κολίγας .Με θέλετε τίποτα άλλο ή να φύγω;. Σε θέλω εγώ του απάντησε ο επιστάτης Μορφίδης .Γιωργή Πατέλη του λέει από τώρα είσαι ο αρχιεργάτης θα πάρεις ένα έργο, θα πάρεις είκοσι εργάτες και θα είσαι υπεύθυνος να ανοιχθεί ένας κύριος χάνδακας 2x2 και να αρχίζει από την Αγιόστρατα  και να τελειώσει στον Ντερέ. Γιατί όλα τα νερά με τις πλημμύρες  καταστρέφουν την τοποθεσία Καρά Σουγιά (κατέστρεφαν τις σοδιές). Πήγαινε τώρα να συναντηθείς με τους δικού σου, να το σκεφτείς καλά και αύριο βράδυ να έρθεις σε μένα να μου πεις τι μεροκάματο θέλετε για ν συμφωνήσουμε>>. Έφυγε σκεπτικός ο Γιωργής και όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκε .Το ταχιά σαμπαλιά-σαμπαλιά (την επόμενη πρωί-πρωί) πήγε στο  φίλο του τον Χαρίμη Φράγκο, στο Χρήστο Πουλιάνα, σχεδόν σε όλους και τους είπε το και το (την πρόταση που του έγινε).Τί  λες  Γιωργή του είπαν κουμαντάρισε μόνο σου, τη δουλεία θέλουμε κανόνισε για το μεροδούλι. Το άλλο βράδυ ο Γιωργής Πατέλης πήγε στο αρχοντικό.Στο ισόγειο ο επιστάτης Μορφίδης είχε το γραφείο του .Χτύπησε άτσαλα την πόρτα. Πέρασε του είπε ,καλός τον Πατέλη. Δεν του είπε να καθίσει. Ακούω του είπε. Το προσωπικό είναι έτοιμο απάντησε ο Γιωργής, δε μένει να μας πεις τι θα πληρωθούμε; Κανονικό μεροδούλι είπε ο επιστάτης. Όχι θα πάρουμε την δουλειά με την νόρμα δηλαδή με το μέτρο στα δέκα μέτρα δύο σταμπόλια σιτάρι. Όχι δύο σταμπόλια καλαμπόκι δέχεσαι Πατέλη; Όχι κάντο ένα και ένα δηλαδή σμιγό (ανάμικτο) σιτάρι-καλαμπόκι (σταμπόλι=μονάδα μέτρησης δημητριακών). Έγινε το παζάρεμα καλά (συμφώνησαν) και ο Γιωργής βγήκε έξω από το παλατάκι του αφέντη, έμασε τους εργάτες και τους είπε ότι έκλεισε με το μέτρο. Γιατί με τη νόρμα Γιωργή είπε το τσούρμο;. Καλύτερα έτσι (απάντησε ο Γιωργής). Άλλο σκεφτόταν ο Πατέλης που πονούσε και ενδιαφέρονταν για όλους, για να μην  έχουμε κανέναν στο κεφάλι μας και θα βγάζουμε όσα μέτρα μπορούμε, θα φεύγουμε λίγο νωρίς  μη ξεχνάτε ότι έρχεται χειμώνας και έχουμε φαμίλιες, θέλουμε να πηγαίνουμε στο Μπερέ να μαζέψουμε ξύλα, θα αρχίσουμε να μαζεύουμε αγριελιές για λίγο λάδι.

Να!! Γίνονται και τα φυτίλια, ο Άγιος Αθανάσιος και οι Κοκκινόες, πήγα και τα είδα. Όπως πεις Γιωργή!!! Συμφώνησαν όλοι. Την άλλη μέρα πήρε δύο αγροφύλακες και τον επιστάτη. Πήγαν να δουν πως και που θα γίνει το έργο. Με το μάτι κανόνισε και τοποθέτησε σημαδούρες λες και είχε βγάλει κάποιο σχολείο για τέτοια δουλειά. Βλέποντας αυτό ο Μορφίδης κατάλαβε με τι άνθρωπο είχε να κάνει. Χρεώθηκαν οι κολλήγοι τα εργαλεία που χρειαζόντουσαν και το έργο άρχισε. Δουλειά σκληρή!!! Τη χάρισε ανά τέσσερα άτομα κάθε είκοσι μέτρα. Ο Γιωργής χάραζε και δούλευε ταυτόχρονα γιατί ήταν υπεύθυνος. Εργάστηκαν πολλές ημέρες όταν ο ήλιος ήταν μια κεντιά (βουκέντρα) να βασιλέψει. Πήγαιναν στα σπίτια τους έπαιρναν τις φαμίλιες και όλοι μαζί μάζευαν τα γινομένα φυτιλάκια. Και τα τοποθετούσαν μέσα σε σκιά από τραγόμαλλο. Κάθε Τετάρτη περνούσε ο Δημητρός Παπαϊωάννου από την Νιβόλιανη τα φόρτωνε στα ζώα και τα πωλούσε στο Μαϊμούλι (Χάλκη Λάρισας) και στο Ντιμπεγλέρ (Νίκαια) που τα είχαν ανάγκη οι νοικοκυρές Στην επιστροφή θα έφερνε τις δεκάρες τις οποίες μοίραζε ο Γιωργής δίκαια στην ομάδα εργασίας. Ο Δημητρός Παπαϊωάννου ήταν πελεκητής ξύλου και έφτιαχνε σκελετούς ξυλάλετρων και τους πωλούσε στα αφεντικά του κάμπου. Με το χωριό μας είχε πολύ στενές σχέσεις. Το έργο συνεχιζόταν κανονικά. Μια μέρα ο κ. Φωτιάδης θέλησε να δει και μόνος του τον χάνδακα. Συνοδευόταν από τον επιστάτη Μορφίδη και για την ασφάλειά του από  τέσσερις γιγαντόσωμους οπλισμένους έφιππους αγροφύλακες και δύο σταυροτήδες (χωροφύλακες). Τράβηξαν κατά τα Καράσογια. Συνάντησαν τους σκαφτιάδες που την ώρα εκείνη σταμάτησαν για λίγη ξεκούραση. Κάντε ένα τσιγάρο βρε παιδιά, είπε ο Γιωργής και ξεκινάμε. Έβγαλε και ο Πατέλης τον καπνό και για χαρτί ψιλό φύλλο ρόκας καλαμποκιού. Μόλις είδα άξαφνα το αφεντικό πάγωσαν και θέλησαν αμέσως να σηκωθούν. Καθίστε κάτω, πρόσταξε ο Γιωργής. Εμείς δουλεύουμε με το μέτρο και όχι μεροδούλι. Μόλις έφτασαν κοντά οι επισκέπτες, ο Φωτιάδης είδε που δεν τον δέχτηκαν κανονικά, πήγε προτο μέρος του Πατέλη, και ειρωνικά του είπε. Καημένε – καημένε Πατέλη που θα ξεχρεώσεις σπίτι εσύ!!! Ο Γιωργής είχε αγοράσει ένα χαμόσπιτο με δόσεις και ένα οικόπεδο στην περιοχή Αγίων Θεοδώρων και δούλευε να το ξεχρεώσει. Άστραψαν τα μάτια του Γιωργή απ τον τρόπο που του μίλησε ο αφέντης. Εσείς οι τσιφλικάδες ρουφάτε σαν τις βδέλλες το αίμα των κολλήγων, του απάντησε. Αυτά τα λόγια του αρχιεργάτη όργισαν πολύ τον Φωτιάδη και διέταξε την ασφάλειά του να τον δέσουν πισθάγκωνα και να τον οδηγήσουν στη χωροφυλακή για τιμωρηθεί για αντίσταση και για απρέπεια προς το αφεντικό. Οι δύο γιγαντόσωμοι σταυρωτήδες, ο Γούσιος και ο Μπράκας τον έπιασαν και τον έδεσαν για να τον οδηγήσουν στο τμήμα που ήταν ακριβώς στο σπίτι του Σταύρου Ντιούδη (πλάι στο κονάκι). Μόλις μαθεύτηκε στο τσιφλίκι το συμβάν σα να έπεσε κεραυνός στις φαμίλιες. Μια ψύχραιμη νοικοκυρά, η Βάγγω Κουρούκα αμέσως πήγε και ζήτησε να μιλήσει στον Θεόδωρο Ρούντο που ήταν προσωπικός φίλος του Φωτιάδη. Του ζήτησε να μην κάνουν στο Γιωργή μεγάλο κακό και αλίμονο στις φαμίλιες όλων. Η υπηρέτρια Ευανθία Πουτούλη παρακάλεσε την κυρία Πηνελόπη Φωτιάδη καθώς της είχε μεγάλη αδυναμία. Έτσι κι έγινε. Δεν τον κακοποίησαν τον άνθρωπο αλλά η απόφαση του Φωτιάδη ήταν αμείλικτη. Να φύγει απ το χωριό. Την άλλη μέρα ο Γιωργής φόρτωσε τα λιγοστά υπάρχοντά του σε δύο γαϊδουράκια και πήρε το δρόμο για το άγνωστο. Πήγε στο Κιρμιλί που διαφεντεύονταν απ τον Κασσαβέτη αλλά ο επιστάτης του δεν τον δέχτηκε γιατί τον θεωρούσαν απείθαρχο. Κατόπιν πήγε στην  Πλασιά στον Καρανίκα αλλά δεν είχε κι εκεί καμία τύχη αφού εκδιώχθηκε. Ο δρόμος τελικά τον έβγαλε στο Νυχτερέμι (Παλιόπυργος) στον Τσιφλικά Χατζησσάβα. Εκεί του παραχώρησαν μια τρώγλη από πλιθιές και δούλευε πάλι στη διάνοιξη χαντακιών για την αποστράγγιση των χωραφιών. Το κλίμα όμως ήταν πολύ υγρό γεμάτο βάλτους, κουνούπια και η ελονοσία θέριζε τους κολλήγους της περιοχής. Άλλος ο αέρας της Δέσιανης, έλεγε μέσα του. Ο Φωτιάδης αποφάσισε να του χαρίσει την ποινή και παρήγγειλε μέσω του Μορφίδη να επιστρέψει καθώς όλοι συγχωριανοί τον αποζητούσαν. Ήταν όμως αργά για τον Γιωργή Πατέλη καθώς προσβλήθηκε από ελονοσία και ο πυρετός καθημερινά  τον έλιωνε. Ο οργανισμός του κατέρρευσε και φθάνοντας στο χωριό, άφησε την τελευταία του πνοή Μεγάλος  θρήνος στη Δέσιανη για τον αγαπημένο Γιωργή Πατέλη. Στον τάφο του οι φίλοι του φύτεψαν μια αγριελιά. Δείγμα και φόρος τιμής για την πικρή ζωή που έζησε

Από το αρχείου του μαθητού Σταύρου Πατσιαβούδη της ΣΤ Δημοτικού Σχολείου Αετολόφου Αγιάς Λάρισας το έτος 1952

Υ.Γ

Η μεταφορά απ το πρωτότυπο κείμενο έγινε από τον κ. Παναγιώτη Κανελλόπουλο Αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας ε.α και συνεχάρει τον συγχωριανό μας κ. Σταύρο Πατσιαβούδη που φύλαξε αυτό το κείμενο στο προσωπικό του αρχείο, με τα παρακάτω λόγια.

Συγχαίρω τον Σταύρο και τον ευχαριστώ που μου εμπιστεύθηκε την αντιγραφή.

Αυτό το έργο έχει μια μοναδικότητα που δεν πρέπει να πάει χαμένη.

Μπράβο Σταύρο

Με εκτίμηση

Παναγιώτης Κανελλόπουλος

Επικοινωνηστε μαζι μας για κάθε πληροφορία σχετικά με τον Αετόλοφο