Ακριβή αντιγραφή από το πρωτότυπο με ελάχιστες επεξηγήσεις εντός παρενθέσεως από τον συγγραφέα του πρωτότυπου. Δεσίανη 2 Μαΐου 1952, ΣΤ' Δημοτικού. Όπως τα διηγείτο ο Κωνσταντίνος Mυλωνάς και ο Γιώργος Σακελαρίου, βόσκοντας τα ζώα στο λιβάδι (αλώνια) στην Κερμελόστρατα (ο δρυμός που πάει στο χωριό Πρινιά – Κιρμίλι).

Όταν έφυγε ο Βελή Πασάς απ' το χωριό μας, ο ευλογημένος τούτος τόπος έπεσε στα χέρια του Σατράπη… Στέφανου Φωτιάδη. Όλη η περιοχή της Δεσίανης (Αετολόφου), το Τσικήρι, η Γρούβιανη και το Βαθύρεμα διαφεντεύονταν από την παρουσία του. Στο χωριό μας ήταν δεν ήταν 30 οικογένειες φτωχές που κατοικούσαν σε σπίτια αχούρια από την κατοχή του Βελή Πασά.

Όλοι αυτοί έγιναν κολιγάδες του τσιφλικά Στέφανου Φωτιάδη. Καλλιεργούσαν τη γη με πρωτόγονα μέσα με κόπο, μόχθο και αίμα πολλές φορές, ίσα-ίσα για ένα κομμάτι ψωμί. Ο αφέντης ζούσε με τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά σε ένα παλατάκι 22 δωματίων που τα τείχη σώζονται μέχρι και σήμερα, εξοπλισμένο με σύγχρονα μέσα για την εποχή εκείνη με την επιμέλεια Γάλλων τεχνικών. Ο Στέφανος Φωτιάδης είχε δικό του διοικητικό μηχανισμό με αστυνομία, αγροφυλακή, δασκάλους για τα παιδιά του, δύο γιατρούς, ένα δικηγόρο, συμβολαιογράφο και το απαραίτητο υπηρετικό προσωπικό. Ήταν πολύ φιλάργυρος, άδικος, αδίστακτος και σκληρός. Η γυναίκα του, η κυρία Πηνελόπη, ήταν ακριβώς το αντίθετο: μια καλή, φιλεύσπλαχνη και απλή γυναίκα που λυπόταν τη φτώχεια και προπαντός τα μικρά παιδιά.

Το πάνω χέρι είχε όμως ο Αφέντης Φωτιάδης. Η καταγωγή του ήταν από τη Χίο, γόνος πλούσιας οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν μεγάλος έμπορος λαδιού και σταφίδας που έκανε εξαγωγές σε Αγγλία και Γαλλία. Ήταν Σεπτέμβριος του 1898. Τα πρώτα πρωτοβρόχια έπεφταν, όλοι οι κολιγάδες έτοιμοι γιατί σε λίγο καιρό θα άρχιζε η σπορά. Ο Χαλκιάς (σιδεράς) άρχισε να περνάει στα ξυλάλετρα τις σιδερένιες προσθήκες και οι ζευγάδες κόβανε από παλιούρια ζεύγλες και αλείφανε με κατράμι τις ρόδες από τους δίτροχους αρακιπάδες για να μην τρίζουνε.

Μέσα σε αυτούς τους κολίγους ήταν και ο χωριανός μας Γιώργος Πατέλης. Γιωργή τον φώναζαν όλοι μέσα στο τσιφλίκι, και είχε ακόμα έναν αδερφό, τον Νάσο. Ο Γιωργής Πατέλης ήταν ένας μετρίου αναστήματος άνδρας με φαρδιές πλάτες, με ροζιασμένα χέρια και στα μπράτσα του φαινόταν οι φλέβες που ξεχώριζαν σαν να ήταν χοντρά σύρματα. Είχε πρόσωπο ρόδινο, ξανθά ατίθασα μαλλιά και στο φαρδύ πρόσωπό του φαινόταν οι κακουχίες. Άνδρας πολύ φτωχής οικογένειας, ο πατέρας του ψαθοποιός, ήταν καλός τεχνίτης να φτιάχνει ψάθες από βούρλα και ραγάζι (ψαθιά) για να θρέψει την οικογένειά του, ένας άνθρωπος φιλήσυχος και συμβατικός, καθώς και το παιδί του ο Νάσος.

Ο Γιωργής Πατέλης όμως, λες και δεν το γέννησε αυτός, ήταν άνδρας δυναμικός, έξυπνος, δραστήριος, ειλικρινής αλλά πολύ οξύθυμος. Ήταν πολύ εργατικός και το μυαλό του έπαιρνε στροφές. Το αντιλήφθηκε αυτό ο επιστάτης του Φωτιάδη, ο Σωτήρης Μορφίδης, και το ανέφερε στον Φωτιάδη. Τον κάλεσαν στο κονάκι και το αφεντικό τον ρώτησε αν ξέρει γράμματα και πού τα έμαθε. Εκείνος, θαρραλέος όπως ήταν, του απάντησε:

«Αν ήξερα γράμματα θα ήμουν καλαμαράς και όχι κολίγας. Με θέλετε τίποτα άλλο ή να φύγω;»

«Σε θέλω εγώ» του απάντησε ο επιστάτης Μορφίδης. «Γιωργή Πατέλη, από τώρα είσαι ο αρχιεργάτης. Θα πάρεις ένα έργο, θα πάρεις είκοσι εργάτες και θα είσαι υπεύθυνος να ανοιχθεί ένας κύριος χάνδακας 2x2 που θα αρχίζει από την Αγιόστρατα και θα τελειώνει στον Ντερέ. Γιατί όλα τα νερά με τις πλημμύρες καταστρέφουν την τοποθεσία Καρά Σουγιά (κατέστρεφαν τις σοδιές). Πήγαινε τώρα να συναντηθείς με τους δικούς σου, να το σκεφτείς καλά και αύριο βράδυ να έρθεις σε μένα να μου πεις τι μεροκάματο θέλετε για να συμφωνήσουμε».

Έφυγε σκεπτικός ο Γιωργής και όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκε. Το ταχιά σαμπαλιά-σαμπαλιά (την επόμενη πρωί-πρωί) πήγε στο φίλο του τον Χαρίμη Φράγκο, στο Χρήστο Πουλιάνα, σχεδόν σε όλους και τους είπε την πρόταση που του έγινε. «Τι λες Γιωργή» του είπαν, «κουμαντάρισε μόνος σου, τη δουλειά τη θέλουμε, κανόνισε για το μεροδούλι».

Το άλλο βράδυ ο Γιωργής Πατέλης πήγε στο αρχοντικό. Στο ισόγειο ο επιστάτης Μορφίδης είχε το γραφείο του. Χτύπησε άτσαλα την πόρτα. «Πέρασε» του είπε, «καλώς τον Πατέλη». Δεν του είπε να καθίσει. «Ακούω» του είπε. «Το προσωπικό είναι έτοιμο» απάντησε ο Γιωργής, «δε μένει να μας πεις τι θα πληρωθούμε;». «Κανονικό μεροδούλι» είπε ο επιστάτης. «Όχι, θα πάρουμε τη δουλειά με τη νόρμα, δηλαδή με το μέτρο. Στα δέκα μέτρα δύο σταμπόλια σιτάρι». «Όχι, δύο σταμπόλια καλαμπόκι, δέχεσαι Πατέλη;». «Όχι, κάν' το ένα και ένα, δηλαδή σμιγό (ανάμικτο) σιτάρι-καλαμπόκι» (σταμπόλι = μονάδα μέτρησης δημητριακών).

Έγινε το παζάρεμα καλά (συμφώνησαν) και ο Γιωργής βγήκε έξω από το παλατάκι του αφέντη, έμασε τους εργάτες και τους είπε ότι έκλεισε με το μέτρο. «Γιατί με τη νόρμα Γιωργή;» είπε το τσούρμο. «Καλύτερα έτσι» απάντησε ο Γιωργής. Άλλο σκεφτόταν ο Πατέλης, που πονούσε και ενδιαφερόταν για όλους: να μην έχουμε κανέναν στο κεφάλι μας, θα βγάζουμε όσα μέτρα μπορούμε και θα φεύγουμε λίγο νωρίς. Μην ξεχνάτε ότι έρχεται χειμώνας και έχουμε φαμίλιες, θέλουμε να πηγαίνουμε στο Μπερέ να μαζέψουμε ξύλα, θα αρχίσουμε να μαζεύουμε αγριελιές για λίγο λάδι. «Να!! Γίνονται και τα φυτίλια, ο Άγιος Αθανάσιος και οι Κοκκινόες, πήγα και τα είδα». «Όπως πεις Γιωργή!!!» συμφώνησαν όλοι.

Την άλλη μέρα πήρε δύο αγροφύλακες και τον επιστάτη. Πήγαν να δουν πώς και πού θα γίνει το έργο. Με το μάτι κανόνισε και τοποθέτησε σημαδούρες, λες και είχε βγάλει κάποιο σχολείο για τέτοια δουλειά. Βλέποντας αυτό ο Μορφίδης κατάλαβε με τι άνθρωπο είχε να κάνει. Χρεώθηκαν οι κολίγοι τα εργαλεία που χρειαζόντουσαν και το έργο άρχισε. Δουλειά σκληρή!!! Τη χώρισε ανά τέσσερα άτομα κάθε είκοσι μέτρα. Ο Γιωργής χάραζε και δούλευε ταυτόχρονα γιατί ήταν υπεύθυνος.

Εργάστηκαν πολλές ημέρες, όταν ο ήλιος ήταν μια κεντιά (βουκέντρα) να βασιλέψει. Πήγαιναν στα σπίτια τους, έπαιρναν τις φαμίλιες και όλοι μαζί μάζευαν τα γινωμένα φυτιλάκια και τα τοποθετούσαν μέσα σε σκιά από τραγόμαλλο. Κάθε Τετάρτη περνούσε ο Δημητρός Παπαϊωάννου από την Νιβόλιανη, τα φόρτωνε στα ζώα και τα πουλούσε στο Μαϊμούλι (Χάλκη Λάρισας) και στο Ντιμπεγλέρ (Νίκαια) που τα είχαν ανάγκη οι νοικοκυρές. Στην επιστροφή έφερνε τις δεκάρες, τις οποίες μοίραζε ο Γιωργής δίκαια στην ομάδα εργασίας. Ο Δημητρός Παπαϊωάννου ήταν πελεκητής ξύλου, έφτιαχνε σκελετούς ξυλάλετρων και τους πουλούσε στα αφεντικά του κάμπου. Με το χωριό μας είχε πολύ στενές σχέσεις.

Το έργο συνεχιζόταν κανονικά. Μια μέρα ο κ. Φωτιάδης θέλησε να δει και μόνος του τον χάνδακα. Συνοδευόταν από τον επιστάτη Μορφίδη και για την ασφάλειά του από τέσσερις γιγαντόσωμους οπλισμένους έφιππους αγροφύλακες και δύο σταυρωτήδες (χωροφύλακες). Τράβηξαν κατά τα Καράσογια. Συνάντησαν τους σκαφτιάδες που την ώρα εκείνη σταμάτησαν για λίγη ξεκούραση. «Κάντε ένα τσιγάρο βρε παιδιά» είπε ο Γιωργής «και ξεκινάμε». Έβγαλε και ο Πατέλης τον καπνό και για χαρτί χρησιμοποιούσε ψιλό φύλλο ρόκας καλαμποκιού.

Μόλις είδαν άξαφνα το αφεντικό, οι εργάτες πάγωσαν και θέλησαν αμέσως να σηκωθούν. «Καθίστε κάτω» πρόσταξε ο Γιωργής. «Εμείς δουλεύουμε με το μέτρο και όχι μεροδούλι». Μόλις έφτασαν κοντά οι επισκέπτες, ο Φωτιάδης είδε που δεν τον δέχτηκαν με την ανάλογη υποταγή, πήγε προς το μέρος του Πατέλη και ειρωνικά του είπε: «Καημένε – καημένε Πατέλη, πού θα ξεχρεώσεις σπίτι εσύ!!!». Ο Γιωργής είχε αγοράσει ένα χαμόσπιτο με δόσεις και ένα οικόπεδο στην περιοχή των Αγίων Θεοδώρων και δούλευε σκληρά για να το ξεχρεώσει.

Άστραψαν τα μάτια του Γιωργή απ' τον τρόπο που του μίλησε ο αφέντης. «Εσείς οι τσιφλικάδες ρουφάτε σαν τις βδέλλες το αίμα των κολλήγων» του απάντησε. Αυτά τα λόγια του αρχιεργάτη όργισαν πολύ τον Φωτιάδη και διέταξε την ασφάλειά του να τον δέσουν πισθάγκωνα και να τον οδηγήσουν στη χωροφυλακή για να τιμωρηθεί για αντίσταση και για απρέπεια προς το αφεντικό. Οι δύο γιγαντόσωμοι σταυρωτήδες, ο Γούσιος και ο Μπράκας, τον έπιασαν και τον έδεσαν για να τον οδηγήσουν στο τμήμα που στεγαζόταν ακριβώς στο σπίτι του Σταύρου Ντιούδη (πλάι στο κονάκι).

Μόλις μαθεύτηκε στο τσιφλίκι το συμβάν, ήταν σαν να έπεσε κεραυνός στις φαμίλιες. Μια ψύχραιμη νοικοκυρά, η Βάγγω Κουρούκα, αμέσως πήγε και ζήτησε να μιλήσει στον Θεόδωρο Ρούντο, ο οποίος ήταν προσωπικός φίλος του Φωτιάδη, και του ζήτησε να μεσολαβήσει για να μην κάνουν στο Γιωργή μεγάλο κακό. Παράλληλα, η υπηρέτρια Ευανθία Πουτούλη παρακάλεσε την κυρία Πηνελόπη Φωτιάδη, καθώς της είχε μεγάλη αδυναμία. Έτσι κι έγινε. Δεν τον κακοποίησαν τον άνθρωπο, αλλά η απόφαση του Φωτιάδη ήταν αμείλικτη: να φύγει απ' το χωριό.

Την άλλη μέρα ο Γιωργής φόρτωσε τα λιγοστά υπάρχοντά του σε δύο γαϊδουράκια και πήρε το δρόμο για το άγνωστο. Πήγε στο Κιρμιλί, που διαφεντευόταν απ' τον Κασσαβέτη, αλλά ο επιστάτης του δεν τον δέχτηκε γιατί τον θεωρούσαν απείθαρχο. Κατόπιν πήγε στην Πλασιά στον Καρανίκα, αλλά δεν είχε κι εκεί καμία τύχη αφού εκδιώχθηκε. Ο δρόμος τελικά τον έβγαλε στο Νυχτερέμι (Παλιόπυργος) στον τσιφλικά Χατζησσάβα. Εκεί του παραχώρησαν μια τρώγλη από πλιθιές και δούλευε πάλι στη διάνοιξη χαντακιών για την αποστράγγιση των χωραφιών. Το κλίμα όμως ήταν πολύ υγρό, γεμάτο βάλτους και κουνούπια, και η ελονοσία θέριζε τους κολίγους της περιοχής. «Άλλος ο αέρας της Δέσιανης» έλεγε μέσα του.

Ο Φωτιάδης τελικά αποφάσισε να του χαρίσει την ποινή και παρήγγειλε μέσω του Μορφίδη να επιστρέψει, καθώς όλοι οι συγχωριανοί τον αποζητούσαν. Ήταν όμως αργά για τον Γιωργή Πατέλη, καθώς είχε ήδη προσβληθεί από ελονοσία και ο πυρετός καθημερινά τον έλιωνε. Ο οργανισμός του κατέρρευσε και, φθάνοντας στο χωριό, άφησε την τελευταία του πνοή. Μεγάλος θρήνος έγινε στη Δέσιανη για τον αγαπημένο Γιωργή Πατέλη. Στον τάφο του οι φίλοι του φύτεψαν μια αγριελιά, ως δείγμα και φόρο τιμής για την πικρή ζωή που έζησε.